To “Fight Club” είναι μακράν για μένα από τις καλύτερες ταινίες που βγήκαν ποτέ. Την έχω δει δεκάδες φορές και συνεχίζω να την βλέπω με τεράστιο ενδιαφέρον. Παρόλαυτά κάποια στιγμή διάβασα και το βιβλίο του Chuck Palahniuk και τότε άρχισε να μ ‘αρέσει ακόμα περίσσοτερο. Όποιος δεν το ‘χει διαβάσει, του το προτείνω ανεπιφύλακτα! Όποιος θέλει να το διαβάσει καλύτερα να μην διαβάσει αυτό το άρθρο γιατί υπάρχουν κάποιες σημαντικές διαφορές που κάνουν την ιστορία ακόμα καλύτερη. Για παράδειγμα … το βιβλίο έχει διαφορετικό τέλος! Σε αυτό το άρθρο θα γράψω αυτές τις διαφορές.

Αρχικά λοιπόν ας ξεκαθαρίσουμε ότι το όνομα του αφηγητή, που στην ταινία παίζει τον ρόλο του ο Edward Norton δεν δίνεται ποτέ! Δεν είναι ο Tyler Durden και από εδώ και πέρα θα τον λέω “ο αφηγητής”. Τα γεγονότα που θα αναφέρω είναι όπως γράφτηκαν στο βιβλίο. Ο αφηγητής και ο Tyler γνωρίζονται σε μια παραλία γυμνιστών όπου ο Tyler έφτιαχνε ένα ηλιακό ρολόι. Αφού το έφτιαξε το ρολόι ήταν σωστό για ένα λεπτό και είπε στον αφηγητή ότι:

“Ένα λεπτό είναι ότι καλύτερο μπορεί να περιμένει κανείς από την τελειότητα.”

Αφού ανατινάζεται το σπίτι του παίρνει κατευθείαν τον Tyler τηλέφωνο (όχι την Μάρλα) και αφού συναντιούνται στο bar του ζητάει αμέσως αν μπορεί να μείνει σπίτι του. Όταν βγαίνουν έξω και ο Tyler του ζητάει να τον χτυπήσει ο αφηγητής των χτυπάει στον λαιμό και όχι στο αυτί. Τα βιβλία που διαβάζει με τα όργανα του σώματος είναι της Joe’s και όχι του Jack. Κατά τη διάρκεια των πρώτων αγώνων που παίρνει μέρος ο αφηγητής, σκίζεται το μάγουλό του και για όλη την υπόλοιπη διάρκεια της ιστορίας, έχει μια τρύπα που τον ενοχλεί και δεν έχει θεραπευτεί. Τα πρώτα σαπούνια τα φτιάχνει ο Tyler με σακουλάκια λίπους που κλέβει από την Μάρλα, τα οποία της τα είχε στείλει η μητέρα της μετά από μία λιποαναρόφηση που έκανε. Η Μάρλα τελικά κάνει το έγκαυμα από την αλυσίβα μιας και είναι και αυτή πλέον ένα μέλος του project mayhem! Δεν προσπαθεί να σταματήσει τους υπόλοιπους αντιθέτως παίρνει κι αυτή αποστολές σαν όλους. Ο Tyler λέει σε όλους ότι πρέπει όλοι να προσπαθήσουν να γίνουν σαν την Μάρλα, μιας και αυτή έχει αποβάλει σχεδόν τελείως τα “ανθρώπινα” ένστικτά της και δεν έχει τίποτα να χάσει πλέον. Στο βιβλίο το σημάδι από το έγκαυμα, είναι σημάδι από χείλη σε όλα τα μέλη του project mayhem μιας και η αλυσίβα αρχίζει προκαλεί έγκαυμα όταν βραχεί. Γι αυτό ο Tyler του έριξε την σκόνη και ο αφηγητής ήταν χαλαρός μέχρι που του έδωσε ένα φιλί στο χέρι και έπαθε έγκαυμα σε αυτό το σχήμα. Όταν ο Tyler συνειδητοποιεί ότι είναι διπλή προσωπικότητα, το λέει στην Μάρλα και της ζητάει να τον βοηθήσει (δεν την βάζει σε λεωφορείο να φύγει). Η Μάρλα μετά από αυτό ξεσκεπάζει τον Tyler σε μία από τις συναντήσεις για τον καρκίνο, λέγοντας μπροστά σε όλους ότι είναι ψεύτης και υγειέστατος. Ο αφηγητής παίρνει συνεχώς μέρος σε αγώνες στο Fight Club με σκοπό να καταφέρει να δείρει τον Tyler.

Τελικά σε μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας ο αφηγητής πυροβολεί τον ευατό του στο στόμα μπροστά στην Μάρλα και σε δίαφορα μέλη από τα κέντρα ψυχολογικής υποστήριξης που είχαν πάει να τον βρουν για να του πουν ότι θα τον βοηθήσουν. Όλα αυτά μέσα στο κτήριο που είχε ακόμα τα εκρηκτικά. Το κτήριο αυτό δεν ανατινάχτικε όχι επειδή αποσύνδεσε τα εκρηκτικά ο αφηγητής, αλλά επειδή ο Tyler έκανε λάθος στις συνδέσεις. Ο αφηγητής βάζει το όπλο στο στόμα του για να αυτοκτονήσει και να σκοτώσει έτσι τον Tyler.  Μέτα από αυτόν τον πυροβολισμό η τρύπα στο κεφάλι του από την σφαίρα ενώνεται με την τρύπα που είχε στο μάγουλό του και ουσιαστικά κρέμεται κάτω το μισό πρόσωπό του. Μέλη του project πετάνε από το παράθυρο τις αρχειοθήκες του κτηρίου Parker Morris που περιλαμβάνουν οικονομικά στοιχεία. Το κεφάλαιο τελειώνει με τον αφηγητή να λέει

“Τράβηξα την σκανδάλη…”

και ξυπνάει σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα που το αποκαλεί σαν παράδεισο. Αναφέρεται στον ιατρό λέγοντάς τον Θεό. Και δεν καταλαβαίνεις εύκολα αν είναι νεκρός ή αν είναι σε ψυχιατρείο. Γύρω του είναι όλα τα μέλη του project mayhem και του δίνουν αναφορά από τις ολοκληρωμένες αποστολές που τους είχε βάλει ο Tyler. O Αφηγητής δεν ενοχλείται που τον λένε κύριο και επίσης δεν θέλει να φύγει από εκεί. Κάποιος του λέει ότι …

“Όλοι είναι μια ξεχωριστή νιφάδα χιονιού.”

Παραθέτω ένα κομμάτι από το τελευταίο κεφάλαιο…αντριχίλα

Of course, when I pulled the trigger, I died.
Liar.
And Tyler died.
With the police helicopters thundering toward us, and Marla and all the support group people who couldn’t save themselves, with all of them trying to save me, I had to pull the trigger.
This was better than real life.
And your one perfect moment won’t last forever.
Everything in heaven is white on white.
Faker.
Everything in heaven is quiet, rubber-soled shoes.
I can sleep in heaven.
People write to me in heaven and tell me that I’m remembered.  That I’m their hero.  I’ll get better.
The angels here are the Old Testament kind, legions and lieutenants, a heavenly host who works in shifts, days, swing, Graveyard.  They bring you your meals on a tray with a paper cup of meds.  The Valley of the Dolls playset.
I’ve met God across his long walnut desk with his diplomas hanging on the wall behind him, and God asks me, “Why?”
Why did I cause so much pain?
Didn’t I realize that each of us is a sacred, unique snowflake of special unigue specialness?
Can’t I see how we’re all manifestations of love?
I look at God behind his desk, taking notes on a pad, but God’s got this all wrong.
We are not special.
We are not crap or trash, either.
We just are.
We just are, and what happens just happens.
And God says, “No, that’s not right.”
Yeah. Well. Whatever.  You can’t teach God anything.
God asks me what I remember.
I remember everything.
The bullet out of Tyler’s gun, it tore out my other cheek to give me a jagged smile from ear to ear.  Yeah, just like an angry halloween pumpkin.  Japanese demon.  Dragon of Avarice.
Marla’s still on Earth, and she writes to me.  Someday, she says, they’ll bring me back.
And if there were a telephone in heaven, I would call Marla from Heaven and the moment she says, “Hello,” I wouldn’t hang up.  I’d say, “Hi.  What’s happening?  Tell me every little thing.”
But I don’t want to go back.  Not yet.
Just because.
Because every once in a while, somebody brings me my lunch tray and my meds and he has a black eye or his forehead is swollen with stitches, and he says:
“We miss you Mr. Druden.”
Or somebody with a broken nose pushes a mop past me and whispers:
“Everything’s going according to the plan.”
Whispers:
“We’re going to break up civilization so we can make something better out of the world.”
Whispers:
“We look forward to getting you back.”

ΧΑ

Advertisements