Βλαντ Τέπες: 1431 – 1476

Ο Βλάντ ο Τρίτος/Βλάντ ο Παλουκωτής/Δράκουλας – Drăculea στα Ρουμάνικα, ήταν πρίγκηπας της Βλαχίας ο οποίος γεννήθηκε τον Νοέμβριο ή τον Δεκέμβρη του 1431 στο φρούριο της πόλης Σιγκισοάρα στην Τρανσυλβάνια.

Ήταν ο δεύτερος γιος του Βλάντ ΙΙ Ντρακούλ ο οποίος απο το 1431 ήτανε μέλος της Τάξης του Δράκου (Order of the Dragon), μια οργάνωση η οποία ήθελε να προστατεύσει την Ανατολική Ευρώπη απο τους Οθωμανούς και της οποίας τα μέλη ήταν πιστά στον Χριστιανισμό. Ο Βλαντ ο 2ος, χρησιμοποιούσε το έμβλημα του δράκου σε όλες του τις εμφανίσεις (σε σημαίες, ρούχα κτλ) Εξ ου και το επίθετο του, Ντρακούλ = Δράκος (ή και δαίμονας/διάβολος). Ο Βλαντ ο 3ος, είχε το επίθετο Drăculea, αφού το ul/ulea, σημαινει ‘γιος του’. Ο Βλαντ ο 3ος μυήθηκε στην Τάξη αυτή στην ηλικία των 5 χρόνων. Η μητέρα του ήτανε η πριγκήπισα Cneajna της Μολδαβίας.

Είχε 3 αδέρφια, o μεγαλύτερος ήταν ο Μircea II, ο δεύτερος ήταν ο Vlad IV, γνωστός και ως Vlad Călugarul (Βλάντ ο Μοναχός) και ο τρίτος που ήταν ο μικρότερος, ο Radu, γνωστός σαν Radu cel Frumos (Ραντου ο Ομορφος).


Ο Βλαντ ο 2ος, ήτανε υπο πίεση και απειλόταν απο τον Σουλτάνο με εισβολή εαν δεν εκανε τα θεληματα του. Έτσι, αναγκάστηκε να δώσει ως ομηρους τους 2 νεαρότερους του γιούς, μέχρι να ικανοποιήσει τα θελήματα του σουλτανου.

Ο Βλάντ, τα χρόνια που ήτανε υπο τους Οθωμανούς, πυκνά συχνά μαστιγωνόταν επειδή ηταν αντιδραστικός, ενώ έμαθε και διάφορους τρόπους βασανιστηρίων, τους οποίους εφάρμοσε και αργότερα. Επίσης, άρχισε να νιώθει μίσος για τον μικρότερο του αδερφό Ραντου, ο οποίος τα πήγαινε καλά με τους τουρκους, απεχθανόταν τον Μεχμετ (ο οποιος εγινε αργότερα σουλτανος) και έβλεπε σαν εχθρό τον πατέρα του που τους παρεδωσε στους οθωμανους. Μισούσε το οτι ο πατέρας του έκανε τα θεληματα τους, αψηφωντας τον όρκο του εναντι του Τάγματος του Δράκου.

Ο πατέρας του δολοφονήθηκε κοντα στο Bălteni, τον Δεκέμβριο του 1447 απο επαναστάτες βογιάρους, οι οποίοι εκτελούσαν διαταγές του Ούγγρου John Hunyadi. Ο μεγαλύτερος του αδερφός Mircea, είχε πεθάνει στα χέρια πολιτικών του αντιπάλων, αφού τον τύφλωσαν με καυτά σίδερα και τον έθαψαν ζωντανό.

Ο Σουλτάνος, εισέβαλε στην Βλαχία και έβαλε τον Βλάντ στο θρόνο, απλά σα μια μαριονέτα που θα μπορουσε να ελέγχει. Ο Hunyadi την ίδια χρονιά εισέβαλε στη Βλαχία και ο Βλάντ γλύτωσε στην Μολδαβία και ήτανε υπο την προστασία του θείου του (Μπογκτάν ο 2ος), μέχρι και τον Οκτώβριο του 1451.

Ο Μπογκτάν δολοφονήθηκε απο τον Πετρου Αρον και ο Βλάντ, ρίσκαρε ξεφέυγοντας στην Ουγγαρία. Ο Hunyadi εντυπωσιασμένος απο τις γνώσεις του Βλάντ σε θέματα τακτικής και σκέψης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς και απο το μίσος που έτρεφε έναντι στο νέο σουλτάνο Μεχμετ ΙΙ, του έδωσε χάρη και τον είχε σαν προσωπικό σύμβουλο. Τελικά, τον προώθησε για να γίνει και πάλι κυρίαρχος της Βλαχίας.

Το 1456 οι Ούγγροι εισέβαλαν στη Σερβία για να διώξουν τους τουρκους και ο Βλάντ την ίδια ώρα, επιτέθηκε στη Βλαχία για να πάρει πίσω το θρόνο του. Και οι 2 πολεμοι στέφθηκαν με επιτυχία. Ο Hunyadi πέθανε ξαφνικά απο πανούκλα (plague) και ο Βλάντ βρέθηκε απόλυτος κυρίαρχος της Βλαχίας.

Μεταξύ του 1456 και του 1462, ο βλάντ περνούσε τον περισσότερο του χρόνο στο δικαστήριο της πόλης Targoviste ή στο Βουκουρέστι φτιάχνοντας νόμους. Εμφανιζόταν σε θρησκευτικές εκδηλώσεις και πανηγύρια, ενώ έκανε δωρεές σε πολλά μοναστήρια και εκκλησίες. Εζησε κυρίως στο παλάτι στη Τargoviste (ερείπια τώρα) ενώ έκανε επιδιορθώσεις σε άλλα όπου ζούσε κατα καιρούς.

Απ τον καιρό που πέθανε ο παππούς του το 1418, η Βλαχία είχε πέσει σε αναρχία. Οι συνεχείς πολέμοι οδήγησαν πολλούς στο έγκλημα, το εμπόριο είχε σταματήσει και οι αγροτική παραγωγή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ο Βλάντ ήθελε να αποκαταστήσει την τάξη και να εξαλείψει το έγκλημα με κάθε τρόπο. Ήθελε να σταθεροποιήσει την Οικονομία της χώρας, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές απειλές.

Τα πρώτα χρόνια που κυβερνουσε, στόχος του ήταν να απαλλαγεί απο κάθε λογής πιθανούς εχθρούς, ιδιαίτερα του βογιάρους. Έτσι αντικατέστησε αρκετούς απο αυτούς στο συμβούλιο της χώρας, με ανθρώπους οι οποίοι ήτανε πιστοί μόνο σε αυτόν και τους είχε εμπιστοσύνη. Πολλούς, τους εξόντωσε όχι μόνο πολιτικά αλλά και φυσικά, σκοτώνοντας τους με την αγαπημένη του μέθοδο (παλούκωμα).

Ένα απο τα πρώτα του μελήματα ήταν να εκδικηθεί τους συνομώτες που σκότωσαν τον πατέρα του και τον αδελφό του. Έτσι, οργάνωσε ένα μεγάλο γλέντι και κάλεσε τους βογιάρους οι οποίοι ήτανε εκ των υπευθύνων, για να γιορτάσουν το Πάσχα. Οι γηραιότεροι απο αυτούς, κατέληξαν καρφωμένοι σε παλούκια μαζί με τις οικογένειές τους, ενώ οι υπόλοιποι δούλευαν σαν σκλάβοι για να κτισουν το Κάστρο Poienari, βόρεια της πόλης Targoviste. Ελάχιστοι απ αυτούς επεζησαν.

Ο Βλαντ αγνόησε τους παλιούς βογιάρους και τους αντικατέστησε με ιππότες, οι οποίοι συχνά ήταν απλοί χωρικοί και άτομα μικρομεσαίας τάξης. Αυτοί ήταν υπεύθυνοι για τα πιο μικρά ζητήματα.

το 1459, σκότωσε 30000 Σαξωνες (Γερμανοί έποικοι) και τους αφέντες της πόλης Κρονσταντ στη Τρανσυλβανια, αφού κατα τον ίδιο απειλούσαν την κυριαρχία του.

Ενας πρίγκηπας της φυλής Danesti, ο οποίος ήτανε ένας απο τους ανθρώπους που τύφλωσαν και έθαψαν ζωντανό τον αδερφό του Βλάντ Mircea, αιχμαλωτίστηκε και όσοι ανθρωποι είχαν σχέση με αυτόν, πέθαναν καρφωμένοι σε παλούκια. Ο πρίγκηπας αυτός αναγκάστηκε να διαβάσει τον ‘επικήδειο’ του γονατιστός μπροστά σε ένα ανοικτό τάφο, πρίν ο Βλάντ τον σκοτώσει.

Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση και το μίσος του έναντι των τουρκων, το 1460 συμμάχησε με τον Κορβίνο, βασιλιά της Ουγγαρίας και έκαναν πόλεμο στους τουρκους. Ο Βλάντ κατάφερε να κερδίσει πολλές μάχες και κατέστρεψε τις περιοχές μεταξύ της Σερβίας και της Μαύρης Θάλασσας.

Ο σουλτανος Μεχμετ ο 2ος που είχε κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε να μαζέψει ένα τεράστιο στρατό και να επιτεθεί στον Βλάντ. Ο σουλτάνος μαζί με τον στρατό του αντίκρυσαν ένα δάσος απο παλούκια, στα οποία ήταν καρφωμένα τα πτώματα τουλάχιστον 20000 τούρκων, στην Βλαχία. Ο Βλάντ, με ένα μικρό στρατό των (30-40 χιλιάδων) άρχισε τον κλεφτοπόλεμο με μικρές αλλά αποτελεσματικές επιθέσεις. Η πιο σημαντική επίθεση, ήταν εναντιων του ίδιου του Μεχμετ στον χώρο που κατασκήνωναν τα στρατευματα του, απο τον ίδιο τον Βλάντ και μερικούς άντρες του. Οι οθωμανοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας τον Ραντου (ετεροθαλή αδερφό του Βλάντ ο οποίος ηταν συμμαχος τους) να πολεμήσει στη θέση τους. Ο Ραντου, κατάφερε να έρθει σε συμφωνία με τον Ούγγρο βασιλιά, ο οποίος και συνέλαβε τον Βλάντ το 1462.

Η πρώτη γυναίκα του Βλάντ, αφού προειδοποιήθηκε για τον ερχομό των εχθρικών στρατευμάτων προς το κάστρο, προτίμησε να πηδήξει απ το παράθυρο της και να πεθάνει στον ποταμό Arges. H ίδια είχε πεί οτι προτιμούσε να σαπίσει και να φαγωθεί απ τα ψάρια παρά να πιαστεί αιχμάλωτη των τούρκων.

Ο Βλάντ ήταν αιχμάλωτος των ούγγρων αλλά κατάφερε να κερδίσει (και πάλι) την εμπιστοσύνη του βασιλιά, στο σημείο που του επιτράπηκε να γνωρίσει και να παντρευτεί την ξαδέλφη του Ούγγρου μονάρχη. Έτσι, η Κοντέσσα Ilona Szilagy, έγινε γυναίκα του και του έκανε και 2 γιούς. Μαζί τους και με τον Mihnea cel Rau (γιός του απο προηγούμενο γάμο), έμειναν μέχρι το 1474 στην πρωτεύουσα της Ουγγαρίας, ενώ ο ετεροθαλής του αδερφός Ραντου, ήτανε πρίγκηπας της Βλαχίας.

Το 1475, αποφάσισε οτι θα πάρει τη θέση του πίσω ως πρίγκηπας της Βλαχίας και έβαλε τον Stefan Bathory της Τρανσυλβανια, να επιτεθεί στη Βλαχία με δυνάμεις αποτελούμενες απο βογιάρους της Βλαχίας, Τρανσυλβανους, και Μολδαβούς στρατιώτες σταλμένους απο τον ξάδερφο του (πριγκηπας Stephen ο τρίτος της Μολδαβίας). Ο αδερφός του Βλάντ, είχε πεθάνει 1,5 χρόνο πρίν και πρίγκηπας ήταν ένας αλλος σύμμαχος των οθωμανων, ο οποίος ανήκε στην φυλή Danesti. O Βλάντ πήρε πίσω το θρόνο του αλλά αρκετές απο τις δυνάμεις του επέστρεψαν στην Τρανσυλβανια, αφήνοντας τον εκτεθειμένο. Χωρίς να έχει αρκετό στρατό (μόλις 4 χιλιάδες), ο Βλάντ έπρεπε να αντιμετωπίσει τους οθωμανους οι οποίοι θα εξαπέλυαν νέα επίθεση.

Σχετικά με το θάνατο του υπάρχουν πολλές εκδοχές. Μια απ αυτές λεέι οτι έπεσε μαχόμενος εναντια στους τουρκους κοντά στο Βουκουρέστι. Αλλη εκδοχή οτι δολοφονήθηκε απο Βλάχους βογιάρους ή και απο τους ίδιους τους άντρες του. Πέθανε το πιο πιθανόν σε μια μάχη τον Δεκέμβριο του 1476.

Η φήμη που έιχε ο Βλάντ στην δυτική Ευρώπη, ήτανε η χειρότερη. Τον χαρακτήριζαν ως ένα σαδιστή και απανθρωπο τύρρανο, που δε δίσταζε να σκοτώσει για την πλάκα του. Τα θύματα του ήτανε μεταξύ 80 και 100 χιλιάδες (ανθρώποι απ τη δική του χώρα).

Υπάρχουνε πολλές ιστορίες για τον Βλαντ. Μια απ αυτές είναι οτι σκότωσε δια του παλουκιού (ως συνηθως) 41 εμπόρους στο Μπρασόβ και πήρε τις περιουσίες τους. Αρεσκόταν στο να βασανίζει, να καίει ή να γδέρνει τα θύματα του, να τους βράζει ζωντανούς, να κόβει πόδια και χέρια, να πνίγει και να παλουκώνει. Τα θύματα του ήτανε άντρες, γυναίκες και παιδιά κάθε ηλικίας, τάξης, εθνικότητας και θρησκείας (Δεν έκανε διακρίσεις – “όλα τα σφάζω, ολα τα παλουκώνω!”)

Το παλούκωμα ήτανε η αγαπημένη του μέθοδος για να σκοτώνει. Έδενε τα 2 πόδια του θύματος σε 2 άλογα και τα άνοιγε. Το παλούκι καρφωνόταν απ τον πισινό του θύματος και περνούσε μέσα απ όλο το σώμα, μέχρι να βγεί απ το στόμα. Με αυτή τη μέθοδο, το θύμα είχε πάντοτε έναν αργό, βασανιστικό θάνατο ο οποίος διαρκούσε ώρες ή και μέρες. Συνήθως, άφηνε τα πτώματα να σαπίσουν καρφωμένα. Το ύψος του παλουκιού, έδειχνε και τη θέση του θύματος στην κοινωνία.

Ο Βλάντ, σκότωσε 10 χιλιάδες κόσμο σε μια μονο στιγμή τρέλας στη πόλη Sibiu, το 1460 (Όλοι καρφωμένοι σε παλούκια). Το 1459 στο Brasov, σκότωσε 30 χιλιάδες με τον ίδιο τρόπο επειδή ένιωθε οτι τον αψηφούσαν. Ξυλογραφίες της εποχής, δείχνουν τον Βλάντ να τρώει σε ένα τραπέζι, στημένο μέσα σε ένα δάσος απο παλούκια με πτώματα.

Αρκετοί προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις πράξεις του ως υπέρμετρο εθνικισμό. Οι έμποροι σε Τρανσυλβανια και Βλαχία, ήτανε ατην πλειοψηφία τους Σάξωνες τους οποίους θεωρούσε παράσιτα, που έτρωγαν σε βαρος των Ρουμάνων. Οι Βλάχοι βογιάροι, είχανε αποδειχτεί άπιστοι σε πολλές περιστάσεις. Εξ ου και τα παλουκώματα τους.

Οι πράξεις του, πρέπει να είχαν κίνητρα προσωπικα και πολιτικά, καθώς και το οτι ήθελε με κάθε τρόπο να υπάρξει νόμος και τάξη στην Βλαχία.

πηγή: http://www.supa.gr

Advertisements